αναμετριέμαι


αναμετριέμαι
αναμετριέμαι, αναμετρήθηκα, αναμετρημένος βλ. πίν. 59
——————
Σημειώσεις:
αναμετριέμαι : στην παθητική φωνή η έννοια διαφοροποιείται έρχομαι σε αναμέτρηση (σύγκρουση) για την ανάδειξη του καλύτερου ή ισχυρότερου.

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αντιάω — ἀντιάω κ. (ιων. κ. επ.) ἀντιόω (Α) [αντί] 1.πηγαίνω προς συνάντηση ή προς υποδοχή κάποιου, συναντώ κάποιον φιλικά ή εχθρικά 2. επιδιώκω να συναντήσω κάποιον 3. (για βέλη) βάλλω, χτυπώ 4. (για θεούς) έρχομαι για να δεχθώ ή δέχομαι θυσία 5.μετέχω… …   Dictionary of Greek

  • αναμετρώ — ( άς, ά, κτλ.), ησα, ήθηκα, ημένος 1. μτβ., υπολογίζω, σταθμίζω: Αναμέτρησε τους κινδύνους κι αποφάσισε να μη δανειστεί τα χρήματα που του πρόσφερε. 2. το μέσ., αναμετριέμαι αμτβ., συναγωνίζομαι, αμιλλιέμαι: Αναμετριόταν μονάχα με τους καλύτερούς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μετρώ — μέτρησα, μετρήθηκα, μετρημένος 1. προσδιορίζω τις διαστάσεις, την ένταση, την αξία κτλ. ενός πράγματος σε σχέση με ένα μέτρο: Μέτρησε το βάρος των εμπορευμάτων. 2. αριθμώ, απαριθμώ: Το παιδί μου έμαθε να μετρά ως το είκοσι. 3. υπολογίζω, σταθμίζω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • παραβγαίνω — παραβγήκα, αμτβ. 1. βγαίνω, κυκλοφορώ πολύ έξω: Παραβγαίνεις τα βράδια, και θα σου τύχει κανένα κακό. 2. συναγωνίζομαι, αναμετριέμαι με κάποιον: Ο δάσκαλος έβαλε δυο μαθητές να παραβγούν στο τρέξιμο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)